Αν υπάρχει φαινόμενο στο ελληνικό ποδόσφαιρο που μπορεί να σε βγάλει από τα ρούχα σου- αν διαθέτεις στοιχειώδη ευθιξία και αυτοσεβασμό- είναι το πόσο εύκολα στοιχίζονται πίσω από τον εκάστοτε ιδιοκτήτη ΠΑΕ οι οπαδοί.

ADVERTISING

Χωρίς καμία ιδιαίτερη επιφύλαξη, οι επικεφαλής, που έτσι και αλλιώς επιθυμούν να δημιουργήσουν ιδιωτικούς στρατούς για την προστασία των συμφερόντων τους, έχουν αυτό που θέλουν. Άκοπα, χωρίς ιδρώτα και χωρίς οικονομικό κόστος για τους ίδιους (πέρα, ίσως, από κάποια "ψιλά").

Η δουλειά, έτσι, γίνεται. Ο λεφτάς ιδιοκτήτης, ο οποίος αναλαμβάνει την ευθύνη να διατηρήσει ανέπαφο το μεγαλείο της ομάδας ή να την οδηγήσει εκ νέου στον κολοφώνα της δόξας της (εξαρτάται την περίπτωση), ξέρει πολύ καλά ότι στην πρώτη σοβαρή αναποδιά θα έχει να ρίξει στην παρτίδα το χαρτί της λαϊκής πίεσης.

"Αν δεν μας σέβεστε, θα μας φοβάστε γιατί είμαστε πολλοί" είναι το μόνιμο μότο διαχρονικά. Γι' αυτό, άλλωστε, οικονομικοί παράγοντες που δεν έχουν ιδέα ή γνωρίζουν ελάχιστα από ποδόσφαιρο, βάζουν τον εαυτό τους στη διαδικασία να εμπλακεί διοικητικά σε ΠΑΕ.

Ο Κοσκωτάς, για παράδειγμα, λέγεται ότι δεν είχε αγαπήσει το άθλημα. Εκτίμησε, όμως, ότι οι τεράστιες μάζες των οπαδών του Ολυμπιακού θα υψώσουν ασπίδα προστασίας για τον ίδιο, όταν η κατάσταση θα άρχιζε να ζορίζει. Απλά ο Κοσκωτάς -φαίνεται πως- το παράκανε. Οι μετέπειτα και πιο υποψιασμένοι ήταν και σαφώς πιο έμπειροι στο να διαχειριστούν τις καταστάσεις.

Οι ιδιοκτήτες, όπως και να έχει, εξυπηρετούν τα σχέδιά τους, εκμεταλλευόμενοι και το στρεβλό θεσμικό πλαίσιο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε το ελληνικό επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Ψάχνουν πρόβατα, τα βρίσκουν, τα χώνουν στο μαντρί και στην κατάλληλη ευκαιρία τα βγάζουν έξω για ... βοσκή.

ΑΒΟΥΛΟΙ...

Τα θύματα, όμως, γιατί γουστάρουν να είναι θύματα; Έχει να κάνει, ίσως, με μία έμφυτη τάση του ανθρώπου να αποδέχεται ότι πρέπει να είναι απολύτως εξουσιαζόμενος και να έχει πάντα εξουσιαστή πάνω από το κεφάλι του;

Νιώθει ίσως λίγο πιο "μεγάλος" που ο πρόεδρος της καρδιάς του τον μνημονεύει σε κάθε ευκαιρία και τον χαϊδεύει όταν παρεκτρέπεται, όπως καλούν οι γονείς με τα κακομαθημένα παιδιά τους; Μήπως η οικονομική ανέχεια τους οδηγεί στο να ζητούν -εμμέσως- στήριξη "πουλώντας" αφοσίωση;

Δύσκολες οι απαντήσεις. Μπορεί όλα τα παραπάνω μαζί να δημιουργούν ένα κοκτέιλ υποτέλειας, το οποίο οι ισχυροί χρησιμοποιούν άριστα και όχι μόνο στο ποδόσφαιρο. Ο κόσμος πια, παρά το γεγονός ότι υπάρχει υπερπληροφόρηση και οι ειδήσεις κυκλοφορούν σε κάθε πιθανή και απίθανη συσκευή περιμένοντας να τις ανακαλύψουν, δεν μπορεί (ή δεν θέλει) να ξεχωρίσει δύο γαϊδουριών άχυρα.

Πιστεύει εύκολα στον κάθε είδους λαϊκισμό, αναζητά και βρίσκει άκοπα εξιλαστήρια θύματα, παρασύρεται από τον οίστρο των ΜΜΕ (σ.σ. μεγάλη η δημοσιογραφική ευθύνη εδώ) και μετατρέπεται σε φανατικό -άρα άβουλο- ον το οποίο είναι τρομερά ευάλωτο στην προπαγάνδα. Πολιτική, ποδοσφαιρική, εθνικιστική. Δεν έχει άλλωστε και τόση σημασία.

Το παν -στο μυαλό πολλών- είναι να ανήκεις κάπου ή να έχεις την ψευδαίσθηση ότι ανήκεις. Να πιστέψεις ότι είσαι μέλος μίας ευρύτερης οικογένειας μέσα στην οποία μπορείς να "κρυφθείς" για να κρύψεις στη συνέχεια τις ανεπάρκειες και τα αδιέξοδά σου από τα προβλήματα που αντιμετωπίζεις. Να αφιερωθείς στην ομάδα, στο κόμμα, στην πατρίδα ή όπου άλλου θέλεις, συνδυάζοντας το τερπνόν μετά του ωφελίμου.

ΣΤΗ ΦΩΤΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ

Στο "άρρωστο" πλαίσιο του ελληνικού ποδοσφαίρου όλα τα παραπάνω πολλαπλασιάζονται. Το τεράστιο πάθος που διαχρονικά υπάρχει για το άθλημα στη χώρα, αποτελεί βούτυρο στο ψωμί του κάθε λαϊκιστή. Άνθρωποι παρουσιάζονται έτοιμοι και να «σκοτώσουν», όχι μόνο για την ομάδα, αλλά και για τον ιδιοκτήτη αυτής (και για τα... πρότζεκτ που αυτός ετοιμάζει, τα οποία μπορεί να είναι κι άσχετα με το άθλημα ή την ομάδα).

Προσωποκεντρικό το σύστημα, ό,τι πρέπει για τους επιτήδειους που επιθυμούν να στήσουν τις επαγγελματικές δραστηριότητές τους πάνω στο σώμα των μαζών, το οποίο -αν μην τι άλλο- το λες και ισχυρό θεμέλιο. Ίσως και εχέγγυο επιτυχίας.

Άνθρωποι στην πλειοψηφία τους φτωχοί, μπορεί και κοινωνικά αποκλεισμένοι, με λίγες δυνατότητες για να ξεφύγουν από τη μιζέρια που τους καταδιώκει, πέφτουν στη φωτιά, χωρίς να πολυσκοτίζονται αν θα καούν για κάτι που δεν πρόκειται ποτέ να γίνει δικό τους.

Έχουν την εντύπωση ότι βρίσκουν ελπίδα, ένα σωσίβιο που θα τους κρατήσει ζωντανούς, υπηρετώντας μία "μεγάλη ιδέα". Στην πραγματικότητα μετατρέπονται σε πολιορκητικό κριό της εκάστοτε διαπλοκής, άσχετα με το χρώμα που αυτή που αποκτά κατά καιρούς και την έδρα στην οποία "βασιλεύει" μέσα στα χρόνια.

Σημεία των σάπιων καιρών μας θα έλεγε κανείς...

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

Το χάος το βρήκε ο Σαββίδης, δεν το δημιούργησε