Σεπτέμβριος 2000. Φαντάρος στις Σέρρες, εξοδούχος, Κυριακή, ευκαιρία να πεταχτώ στη Θεσσαλονίκη για βόλτα. Το πρόγραμμα κλασικό. Καφές, φαγητό, βόλτα στην παραλία και μετά σινεμά μέχρι να επιστρέψουμε το βράδυ στο στρατόπεδο.

ADVERTISING

Δεν ξέρω πώς και γιατί, πήγαμε να δούμε μία ταινία με τη Τζένιφερ Λόπεζ. Προφανώς για... προφανείς λόγους. Δεν θυμάμαι την ταινία, την έχει διαγραψει το μυαλό μου, αδυνατώ να θυμηθώ τον τίτλο (δεν θέλω να το ψάξω στο imdb), δεν την είδα ολόκληρη.

Μέσα στη σκοτεινή αίθουσα του κινηματογράφου, πάνω στην καυλάντα, χτυπάει το κινητό. Το σηκώνω, μιλάω ψιθυριστά, η μάνα μου στην άλλη άκρη της γραμμής, "θέλω να σου πω κάτι τώρα" με σοβαρό ύφος. Βγαίνω έξω να μιλήσω πιο άνετα και μου ξεφουρνίζει το στόρι. Με τη μία, χωρίς προλόγους, πάρε να 'χεις που λέμε. "Εδώ και καιρό έχω ένα επίμονο βήχα και ο πατέρας σου με έπρηξε να πάω για εξετάσεις. Πήγα και έχω καρκίνο στους πνεύμονες. Σε προχωρημένο στάδιο λέει ο γιατρός, θα δούμε, θα το παλέψουμε".

Έτσι ξερά. Στην ψύχρα. Χωρίς το "είναι φαντάρος, μακριά από την Αθήνα, μη τον τρομάξουμε, του το λέμε όταν κατέβει με άδεια". Στο λέει η παθούσα, το ακούς από το στόμα της, καταγράφεις τον ήχο της φωνής. Χαστούκι όχι από αυτά που πονάνε, αλλά από αυτά που αναρωτιέσαι γιατί το έφαγες.

Μάρτιος 2001. Δύο μήνες πριν απολυθώ από το στρατό και αφού έχουν προηγηθεί ταξίδια στην Αθήνα, κατ' εξαίρεση μετάθεση στο Καπανδρίτι και μία εξωφρενική κατάσταση που αδυνατούσα να αποδεχθώ βλέποντας έναν άνθρωπο να "λιώνει" και να μετρά αντίστροφα το τέλος του, "φεύγει". Εξι μήνες και κάτι κράτησε ο αγώνας. Με χημειοθεραπείες, φιάλες οξυγόνου, δόντια και μαλλιά να πέφτουν, κλάματα. Έξι μήνες αγώνα που παρακολουθούσα από απόσταση λόγω θητείας. Δεν ήμουν κάθε μέρα εκεί, δεν ζούσα ό,τι ζούσαν ο πατέρας μου, τ' αδέρφια μου και οι λοιποί συγγενείς, έχω συγκεκριμένα στιγμιότυπα, το έζησα λίγο αποσπασματικά όλο αυτό, σαν ένα βιβλίο που το διαβάζεις πηδώντας τις σελίδες.

Ιούλιος 2001. Έχουν προηγηθεί μήνες κατάθλιψης, αλκοόλ και προσπάθειας ν' αποδεχθώ την πραγματικότητα. Έφυγα πριν δύο χρόνια για φαντάρος και γυρίζω σε άδειο σπίτι. Γιατί όταν λείπει η μάνα από αυτό, άδειο είναι. Το παιδί της μαμάς, ο μικρότερος, με παθολογική αδυναμία, με τρόμο στη σκέψη πως κάποτε θα μεγαλώσει και θα πεθάνει. Και αυτό έγινε, ξαφνικά. Χωρίς να μεγαλώσει, χωρίς ν' ακολουθήσει τη λογική πορεία που είχα στο μυαλό μου. "Εκοψε" δρόμο και την έκανε νωρίτερα.

Έχω παρατήσει κάθε σκέψη να συνεχίσω τη δημοσιογραφία. Προέχει ν' αποδεχθώ την πραγματικότητα, τη νέα ζωή σε ένα σπίτι που θα ζούμε εγώ και ο πατέρας μου. Ήταν και λίγο σουρεαλιστικό όλο αυτό. Δεν θυμάμαι πόσα βράδια είχα να κοιμηθώ κανονικά, προσπαθούσα να καταλάβω την απότομη αλλαγή των πραγμάτων. Με νέα δεδομένα και διαφορετικές ανάγκες. Δεν προλάβαινα ούτε να κλάψω όπως ήθελα για την απώλεια, σημασία είχε η προσαρμογή. Το ταβάνι ήταν ο ψυχοθεραπευτής.

Η ώρα είναι 16:00. Στς 15:00 είχε ραντεβού ο Παντελής Λουκίδης με τον Κώστα Ντάλτα και στη συνέχεια ακολουθούσα εγώ. Πήγα με παραίνεση του Βάιου Τσούτσικα, μ' έπρηξε για ένα νέο σάιτ που ψάχνει άτομα και δεν πρέπει να παρατήσεις τη δημοσιογραφία και προσπάθησε και "γ@μ...έ με ρε Βάιε, οκ θα πάω"! Τα βρίσκουμε, τέλος πάντων, με τον Ντάλτα, αρχίζουν οι βάρδιες, νέα προσαρμογή, αυτή τη φορά σε εργασιακό περιβάλλον, νέα δεδομένα, φτου κι από την αρχή. Ευκαιρία να ξεφύγω.

Φεβρουάριος 2018. Το Contra.gr γίνεται 17. Εφηβεία. Ο Σταύρος Γεωργακόπουλος με παίρνει τηλέφωνο και μου ζητά να γράψω κάτι για τα γενέθλια του σάιτ "Ξέρεις, τώρα, κάτι ωραίο, εξάλλου αυτά δεν τα διαβάζουν πολλοί". Δεν μου ήρθε τίποτε άλλο εκτός από αυτό. Τα 15 χρόνια εκεί -από μέσα- και τα δύο εκτός, καμιά 300αριά (και βάλε) χιλιόμετρα μακριά από τη "βάση". Μου ήρθε στο μυαλό η ατάκα του Κώστα Μπράτσου ένα βράδυ στην Ευρυδάμαντος. Δεν ξέρω πώς και γιατί, προφανώς από κάποια κουβέντα προέκυψε, μου ξεφουρνίζει "δηλαδή βλέπεις τον εαυτό σου στο Contra.gr και μετά από 10-15 χρόνια;". Εκείνη την ώρα ήθελα να του απαντήσω, δίστασα, θα μπορούσα, ήταν απλό: "Ξέρεις γιατί γουστάρω το Contra, Κώστα; Γιατί με γλίτωσε από την κατάθλιψη, δημιούργησα μία νέα πραγματικότητα στη νέα πραγματικότητα και ουσιαστικά δεν γύρισα ποτέ πίσω, στο παρελθόν, να θυμάμαι τη μάνα μου πώς ήταν και πώς έγινε και -κυρίως- που βρίσκεται τώρα. Αυτό το σάιτ ήταν η ψυχοθεραπεία μου". Αυτό ήθελα να του απαντήσω.

Τούτη την απάντηση, που του τη χρωστάω καμιά δεκαριά χρόνια, είπα να τη γράψω τώρα που μου ζήτησε ο Σταύρος κείμενο για τα γενέθλια. Σ' αυτές τις άβολες στιγμές που κάτι πρέπει να αραδιάσεις, αλλά θα είναι τα κλισέ, αυτά της εσωτερικής κατανάλωσης, που θυμίζουν παρασκήνια θεάτρου "περνάμε ωραία και αυτό βγαίνει προς τα έξω" και που, στην τελική, κανείς δεν τα διαβάζει. Σε πρώτη μέρα μετά από μεταγραφική περίοδο; Σε μέρα που όλοι θα ασχοληθούν με ό,τι άφησαν οι μεταγραφές; Σε αθλητικό σάιτ ο άλλος αποφάσισε να βγάλει τα εσώψυχά του; Χεστήκαμε που κλάναμε και η βάρκα γέρνει. Ποιος θα τα διαβάσει, όπως, σωστά, λέει και ο Γεωργακόπουλος. Σόρι, Σταύρο.

Το Contra.gr, λοιπόν, προς τα έξω είναι ένα σάιτ, ένα μέσο ενημέρωσης. Με αποκλειστικότητες, ρεπορτάζ, παρασκήνια, συνεντεύξεις, θέματα, άρθρα. Που το "χτυπάνε" οι παλιοί δημοσιογράφοι γιατί είναι "του διαβόλου", που ακόμα παλεύει, σαν κατηγορία μέσου, να βρει την αναγνώριση που του αξίζει. Που ακολουθεί την εξέλιξη, τα νέα δεδομένα, πρέπει να κάνει βήματα μπροστά, να "μεγαλώσει" μία νέα γενιά αναγνωστών και να συντηρήσει την παλιά, αυτή που "μόνο Contra διαβάζω" και "ήταν η συντροφιά μου όταν σπούδαζα στο Λονδίνο".

Για εσάς, τους αναγνώστες, που είσαστε έξω από τον κύκλο, το μπλε σάιτ είναι του Ολυμπιακού, του ΠΑΟΚ, του Σαββίδη, είναι Μαρινακικό, δεν γουστάρει Αλαφούζο, τα βάζει με τον ΠΑΟΚ ξέρω 'γω εντάξει. Και "ψόφο", "ΟΑΕΔ" και όλα τα συναφή. Για τους μέσα ήταν, είναι και θα είναι το μαξιλάρι. Για κάποιους λιγότερο για κάποιους άλλους περισσότερο. Κάποιους τους γλίτωσε από την κατάθλιψη, κάποιους τους έκανε δημοσιογράφους, κάποιους τους έκανε να το αγαπήσουν παθολογικά, κάποιους τους έκανε να το βλέπουν και να βγάζουν σπυριά. Όπως και να 'χει, αυτό το σάιτ βγάζει συναισθήματα, είναι ζωντανός οργανισμός. Με ιδέες, εμπνεύσεις, αναπνέει, παράγει πράγματα. Κλισέ, το δεύτερο σπίτι μας, τα τέτοια μας κουνιούνται για τους έξω. Ok, αφήστε μας μια φορά το χρόνο να γράφουμε τα εσώψυχά μας.

Κώστα, την πήρες την απάντησή σου. Συνονόματε Σταύρο, συγγνώμη δεν μπορούσα να γράψω κάτι άλλο. Στα παιδιά που είναι πίσω, συνεχίστε την καλή δουλειά. Στο Contra, χρόνια πολλά και καλά. Γίνεσαι 17, εφηβεία, γκρίνια, κυκλοθυμία, σου φταίνε όλα, θες να το παίξεις επαναστάτης, θα φας και τις "σφαλιάρες" σου, αλλά έχεις όλη την καύλα μπροστά σου. Και -το βασικότερο- για κάποιους είσαι στήριγμα. Αφησέ μας να σε αγαπάμε. Και του χρόνου.

ΥΓ: Τα ευχαριστώ τα έχω πει κατ ιδίαν.