Ο δρόμος είναι κάτι το αντικειμενικό, η διαδρομή όμως είναι υποκειμενική. Στην εφηβεία προσδιορίζουμε το ταξίδι με βάση την τρέλα της νιότης, στη διαδρομή όμως το προσωπικό gps του καθενός ορίζει και την πορεία του στη ζωή.

Η απώλεια του Τζίμη Πανούση για τους περισσότερους είναι ένας σύντομος απολογισμός της μέχρι τώρα πορείας. Ξυπνά θύμησες του νεανικού παρελθόντος. Ο Πανούσης ήταν η εφηβεία μας και ο θάνατός του την προσδιορίζει ως την αφετηρία. Τι κάναμε, πού φτάσαμε, τι πετύχαμε, τι ακολουθήσαμε, σταθήκαμε πιστοί στις τότε ιδεολογίες; Γίναμε οι επαναστάτες που θέλαμε να γίνουμε;

Ο Τζίμης ήταν το απαγορευμένο. Οπως κάθε τι στην εφηβεία. Το πρώτο τσιγάρο, η φορά που δοκιμάσαμε μπάφο, οι πρώτες βρισιές, η πρώτη αντίδραση, το καυλόσπυρο. Ο Τζιμάκος ήταν το βιολογικό ρολόι της αφύπνισης, ήταν έξω από τα στερεότυπα.

Αιρετικό τον αποκαλούσαν. Αιρετική ήταν και η περίοδος που νομίζαμε πως θα αλλάξουμε τον κόσμο. Η περίοδος εκείνη που θεωρούσαμε πως αυτό που κάνουμε είχε την παρθενογένεσή του. Μεγαλώνοντας καταλάβαμε όλοι ότι από τον ίδιο δρόμο περάσαμε. Πολλοί. Αλλά στην επόμενη διασταύρωση ο καθένας επέλεξε την πορεία του.

Ο Πανούσης δεν ήταν τίποτε άλλο από μία υπενθύμιση για το "κουτί" στο οποίο ζούμε και κάνουμε οτιδήποτε αφορά την επιβολή. Ηταν αυτός που όριζε τα "πρέπει" και τα "μη". Ακριβώς τα αντίθετα από αυτά που όριζε η πλειοψηφία.

ADVERTISING

"Θέλω να γίνω σαν Αμερικάνος, μ' αρέσει στα κρυφά Μητροπάνος". Είναι ό,τι καλύτερο και πιο πιστό έχει γραφτεί για τον νεοέλληνα. Είναι ο στίχος, οι λέξεις που περιγράφουν με γλαφυρό τρόπο τη ζωή του καθενός.

Γιατί ο Πανούσης είχε μία απίστευτη δύναμη, μία τρομερή ικανότητα. Να βάζει όλο τον κόσμο μπροστά στον καθρέπτη του. Δες ρε, μαλάκα. Είσαι αυτό που ήθελες να γίνεις ή εξελίχθηκες κι εσύ σε ένα ακόμα θύμα του στερεότυπου;

Ο Πανούσης ήταν το "δωμάτιο" που πηγαίναμε για να καπνίσουμε στα κρυφά. Ηταν το απαγορευμένο, ήταν η σωτηρία της ψυχής. Ισως και ο εξαγνισμός. Ηταν η δήθεν αντίσταση που είχε κάθε πιτσιρικάς στο μυαλό του. Δεν ήταν ο μεγαλύτερος καλλιτέχνης που έχει βγάλει η χώρα. Δεν ήταν ο μεγαλύτερος τραγουδοποιός, δεν όρισε κάποια συγκεκριμένη εποχή. Ήταν, όμως, η φωνή της εφηβείας. Της νεανικής τρέλας.

Από κάποια γωνιά θα βλέπει όλα αυτά που γράφονται και ακούγονται για εκείνον και θα γελά. Με αυτό το σαρδόνιο χαμόγελο, κρυμμένο πίσω από το παχύ μούσι. Και να ξέρετε πως αν είχε τη δυνατότητα όλο αυτό θα το έκανε παράσταση. Γιατί ο Τζημάκος δεν είχε ταμπού. Ο Τζημάκος ήταν, είναι και θα είναι ο εθνικός ποιητής της ανεμελιάς. Θα τον αγαπάμε, ΓΤΧ μου.